αγγελικά
•
- σαν άγγελος, όπως κάνουν οι άγγελοι, με ομορφιά και χωρίς ίχνος κακίας Βικιλεξικό
- όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος (Διονύσιος Σολωμός, από το επίγραμμα "Εις Φραγκίσκα Φραίζερ"
Ετυμολογία
αγγελικά < αγγελικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →