Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγγελος

/ˈaŋ.ɟe.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαουράνιο ον, αγγελιαφόρος του θεού Βικιλεξικό
  2. λόγιοαγγελιαφόρος Βικιλεξικό
  3. λόγιοαγγελιαφόρος Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάάνθρωπος με ευγένεια ψυχής, πονόψυχος ή / και εξαιρετικά όμορφος σαν άγγελος Βικιλεξικό
    • Μείναμε μόνοι, και ο κύριος Γκυ αναστέναξε : «Σπουδαία κοπέλα. Σωστός άγγελος! Και κόμματος, ε; Την εμπιστεύεσαι; Πόσα της έχεις πει;» «Μην ξεχνάς ότι είναι η υποδιευθύντρια του «Τεατρίθ» . Τα ξέρει όλα...» (Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης: μυθιστόρημα, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 2007, σελ. 311)
  5. ιχθυολογίαχονδριχθύες της τάξης Squatiniformes Βικιλεξικό
  6. ψάριτο αγγελόψαρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άγγελος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄγγελος (αρχαία σημασία: αγγελιοφόρος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάγγελοςάγγελοι
Γενικήάγγελου / αγγέλουαγγέλων
Αιτιατικήάγγελοαγγέλους
Κλητικήάγγελεάγγελοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →