άγγελος
•
- θρησκείαουράνιο ον, αγγελιαφόρος του θεού Βικιλεξικό
- λόγιοαγγελιαφόρος Βικιλεξικό
- λόγιοαγγελιαφόρος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος με ευγένεια ψυχής, πονόψυχος ή / και εξαιρετικά όμορφος σαν άγγελος Βικιλεξικό
- Μείναμε μόνοι, και ο κύριος Γκυ αναστέναξε : «Σπουδαία κοπέλα. Σωστός άγγελος! Και κόμματος, ε; Την εμπιστεύεσαι; Πόσα της έχεις πει;» «Μην ξεχνάς ότι είναι η υποδιευθύντρια του «Τεατρίθ» . Τα ξέρει όλα...» (Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης: μυθιστόρημα, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 2007, σελ. 311)
- ιχθυολογίαχονδριχθύες της τάξης Squatiniformes Βικιλεξικό
- ψάριτο αγγελόψαρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άγγελος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄγγελος (αρχαία σημασία: αγγελιοφόρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άγγελος | άγγελοι |
| Γενική | άγγελου / αγγέλου | αγγέλων |
| Αιτιατική | άγγελο | αγγέλους |
| Κλητική | άγγελε | άγγελοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →