αγγελούδι
•
- μικρός άγγελος Βικιλεξικό
- μεταφορικάόμορφο μωρό Βικιλεξικό
- μεταφορικάήρεμο παιδί Βικιλεξικό
- Μπορεί ένα παιδί να γεννηθεί κακό; Ή μήπως ο λανθασμένος τρόπος ανατροφής εξηγεί γιατί το αγγελούδι γίνεται μεγαλώνοντας κακοποιό στοιχείο;
- κατ’ επέκτασητο μικρό παιδί Βικιλεξικό
- κοιμήσου αγγελούδι μου... (νανούρισμα)
- μεταφορικάτο μεγάλο παιδί (ο ενήλικος) που φέρεται εξαιρετικά βολικά και θετικά Βικιλεξικό
- Σαν αγγελούδι είσαι σήμερα. Τι μου κρυβεις;
Ετυμολογία
αγγελούδι < άγγελ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγελούδι | αγγελούδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αγγελούδι | αγγελούδια |
| Κλητική | αγγελούδι | αγγελούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →