αγγλικούρα
•
- μειωτικόαγγλικός όρος ή αγγλισμός που παρεμβάλλεται αχρείαστα στον λόγο, συνήθως προς εκνευρισμό των άλλων π.χ. σόρι αντί για συγγνώμη ή ίντερνετ αντί για διαδίκτυο Βικιλεξικό
- Σταμάτα να πετάς αγγλικούρες!
- Το αγγλικό επιφώνημα θαυμασμού, χαράς, λύπης, «WAW» (ουάου), ακούω όλο και περισσότερο από μεσήλικες φίλους και γνωστούς, αντί για το αντίστοιχο ελληνικό «πω πωωωω». Την αγγλικούρα αυτή δεν θεωρώ ότι την λένε από μοντερνιά, αλλά από ασυνείδητο τηλεοπτικό επηρεασμό τους από τον κο Βαρουφάκη. Αυτός λόγω της μακρόχρονης θητείας του σε αγγλόφωνα πανεπιστήμια και των επαφών του με φοιτητές, φυσικό είναι να το έχει συνηθίσει, εμείς όμως;
- γενικότεραοποιοσδήποτε αγγλικός όρος, ειδικά εκείνος που είναι δυσνόητος Βικιλεξικό
- Κι εκεί που διαβάζω με προσοχή και αφοσίωση τη γνώμη σου και τα σχόλια,ξαφνικά σκάει αυτή η “αγγλικούρα” και ψάχνω στο Google ή ρωτάω τα παιδιά μου.
Ετυμολογία
αγγλικούρα < αγγλικ(ός) + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα Παραβάλετε ελληνικούρα, γαλλικούρα, τουρκικούρα κτλ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγλικούρα | αγγλικούρες |
| Γενική | αγγλικούρας | — |
| Αιτιατική | αγγλικούρα | αγγλικούρες |
| Κλητική | αγγλικούρα | αγγλικούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →