αγγλιστί
•
- λόγιοστα αγγλικά, στην αγγλική γλώσσα Βικιλεξικό
- «Νευρική ορθορεξία», αγγλιστί «orthorexia nervosa», ονομάζεται το νέο ψυχοδιατροφικό σύνδρομο που έχει φτάσει πλέον και στη χώρα μας.
Ετυμολογία
αγγλιστί < Άγγλ(ος) + -ιστί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →