αγγούρι
•
- λαχανικόο κυλινδρικός κι επιμήκης καρπός της αγγουριάς, με άσπρη και τραγανή σάρκα που τρώγεται ωμός σε σαλάτες ή σε τουρσί Βικιλεξικό
- Ο Γιάννης έκοψε φέτες αγγούρι για να φτιάξει ένα δροσιστικό σνακ.
- μεταφορικάκάτι εξαιρετικά δύσκολο Βικιλεξικό
- Έχουμε πολλά αγγούρια στη δουλειά αυτή την εβδομάδα.
- αργκόαπάντηση που δίνεται σε κάτι που θεωρείται σαχλό Βικιλεξικό
- μεταφορικάο άνθρωπος που δεν έχει κοινωνική ή πνευματική ευελιξία Βικιλεξικό
- καθόταν και κοιτούσε σαν αγγούρι
- μεταφορικάτο πέος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αγγούρι(ν) < ελληνιστική κοινή ἀγγούριον < ἄγγουρον < αραβική آجُرّ (ʾājurr) < αραμαϊκή 𐡓𐡅𐡂𐡀 (*ʾaggor /ʾgwr/) < ακκαδική 𒅇𒆪𒊒𒌝 (agurru, ukurru) < σουμεριακή al.ùr.(r)a
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγούρι | αγγούρια |
| Γενική | αγγουριού | αγγουριών |
| Αιτιατική | αγγούρι | αγγούρια |
| Κλητική | αγγούρι | αγγούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →