Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγούρι

/aŋˈɡu.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαχανικόο κυλινδρικός κι επιμήκης καρπός της αγγουριάς, με άσπρη και τραγανή σάρκα που τρώγεται ωμός σε σαλάτες ή σε τουρσί Βικιλεξικό
    • Ο Γιάννης έκοψε φέτες αγγούρι για να φτιάξει ένα δροσιστικό σνακ.
  2. μεταφορικάκάτι εξαιρετικά δύσκολο Βικιλεξικό
    • Έχουμε πολλά αγγούρια στη δουλειά αυτή την εβδομάδα.
  3. αργκόαπάντηση που δίνεται σε κάτι που θεωρείται σαχλό Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάο άνθρωπος που δεν έχει κοινωνική ή πνευματική ευελιξία Βικιλεξικό
    • καθόταν και κοιτούσε σαν αγγούρι
  5. μεταφορικάτο πέος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αγγούρι(ν) < ελληνιστική κοινή ἀγγούριον < ἄγγουρον < αραβική آجُرّ (ʾājurr) < αραμαϊκή 𐡓𐡅𐡂𐡀 (*ʾaggor /ʾgwr/) < ακκαδική 𒅇𒆪𒊒𒌝 (agurru, ukurru) < σουμεριακή al.ùr.(r)a

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγούριαγγούρια
Γενικήαγγουριούαγγουριών
Αιτιατικήαγγούριαγγούρια
Κλητικήαγγούριαγγούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →