αγγρίφι
•
- γάντζος Βικιλεξικό
- σκλήθρα, πελεκούδι Βικιλεξικό
- τ' αροκάνιστο το ξύλο έχει αγγρίφια
- αγκάθι Βικιλεξικό
- μόνο στον πληθυντικόαιχμηρή προεξοχή βράχου ή μυτερός και απόκρημνος βράχος Βικιλεξικό
- που να σε φαν τ' αγγρίφια (κατάρα: να σκοτωθείς στα βράχια, κι εκεί να σαπίσεις)
- μεταφορικάδυσκολία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγρίφι < μεσαιωνική ελληνική ἀγγρίφιον ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγρίφι | αγγρίφια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αγγρίφι | αγγρίφια |
| Κλητική | αγγρίφι | αγγρίφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →