Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγρίφι

/aŋˈɡɾi.fi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γάντζος Βικιλεξικό
  2. σκλήθρα, πελεκούδι Βικιλεξικό
    • τ' αροκάνιστο το ξύλο έχει αγγρίφια
  3. αγκάθι Βικιλεξικό
  4. μόνο στον πληθυντικόαιχμηρή προεξοχή βράχου ή μυτερός και απόκρημνος βράχος Βικιλεξικό
    • που να σε φαν τ' αγγρίφια (κατάρα: να σκοτωθείς στα βράχια, κι εκεί να σαπίσεις)
  5. μεταφορικάδυσκολία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγρίφι < μεσαιωνική ελληνική ἀγγρίφιον ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγρίφιαγγρίφια
Γενική——
Αιτιατικήαγγρίφιαγγρίφια
Κλητικήαγγρίφιαγγρίφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →