αγελαδάρης
•
- επάγγελμαβοσκός αγελάδων Βικιλεξικό
- Ένας αγελαδάρης οδηγούσε την αγέλη του στα λιβάδια.
- ο καουμπόης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγελαδάρης < αγελάδ(α) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελαδάρης | αγελαδάρηδες |
| Γενική | αγελαδάρη | αγελαδάρηδων |
| Αιτιατική | αγελαδάρη | αγελαδάρηδες |
| Κλητική | αγελαδάρη | αγελαδάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →