αγελάδα
•
- θηλαστικό ζώομεγαλόσωμο μηρυκαστικό, θηλαστικό, το οποίο που εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το γάλα του, το θηλυκό του βοδιού Βικιλεξικό
- Ο αγρότης άρμεξε την αγελάδα και γέμισε το δοχείο με φρέσκο γάλα.
- μεταφορικάπαχύσαρκη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγελάδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγελάδα < ελληνιστική κοινή ἀγελάς < ἀγελαία (που ζει σε αγέλη) βοῦς (βόδι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελάδα | αγελάδες |
| Γενική | αγελάδας | αγελάδων |
| Αιτιατική | αγελάδα | αγελάδες |
| Κλητική | αγελάδα | αγελάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →