αγιασματάριο
•
- χριστιανισμόςσκεύος στο οποίο το τοποθετείται ο αγιασμός, το αγιασμένο ύδωρ Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςκόχη με τον αγιασμό στην είσοδο καθολικών ναών Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςμικρή πηγή με νερό που θεωρείται αγίασμα· συνήθως και το παρεκκλήσι που βρίσκεται κοντά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιασματάριο < Ἁγιασματάριον, ήδη από το 1759 (< ελληνιστική κοινή ἁγίασμα, ἁγιασματ- + -άριον) > -άριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιασματάριο | αγιασματάρια |
| Γενική | αγιασματάριου / αγιασματαρίου | αγιασματάριων / αγιασματαρίων |
| Αιτιατική | αγιασματάριο | αγιασματάρια |
| Κλητική | αγιασματάριο | αγιασματάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →