Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιασματάριο

/a.ʝa.zmaˈta.ri.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χριστιανισμόςσκεύος στο οποίο το τοποθετείται ο αγιασμός, το αγιασμένο ύδωρ Βικιλεξικό
  2. χριστιανισμόςκόχη με τον αγιασμό στην είσοδο καθολικών ναών Βικιλεξικό
  3. χριστιανισμόςμικρή πηγή με νερό που θεωρείται αγίασμα· συνήθως και το παρεκκλήσι που βρίσκεται κοντά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγιασματάριο < Ἁγιασματάριον, ήδη από το 1759 (< ελληνιστική κοινή ἁγίασμα, ἁγιασματ- + -άριον) > -άριο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγιασματάριοαγιασματάρια
Γενικήαγιασματάριου / αγιασματαρίουαγιασματάριων / αγιασματαρίων
Αιτιατικήαγιασματάριοαγιασματάρια
Κλητικήαγιασματάριοαγιασματάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →