αγιάζω
•
- μεταβατικόευλογώ και εξαγνίζω Βικιλεξικό
- Ο αρχιεπίσκοπος αγίασε τα ύδατα.
- αμετάβατοανακηρύσσομαι άγιος Βικιλεξικό
- μεταβατικόευλογώ Βικιλεξικό
- Ο παπάς άγιασε τα νερά.
- αμετάβατογίνομαι σαν άγιος (από υπερβολική καλοσύνη, ή βάσανα) Βικιλεξικό
- Θ' αγιάσει απ' τα βάσανα και τις κακουχίες. Βικιλεξικό
- αμετάβατοαδυνατίζω, χάνω βάρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιάζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἁγιάζω < αρχαία ελληνική ἁγίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγιάζω | αγιάζεις | αγιάζει | αγιάζουμε | αγιάζετε | αγιάζουν / αγιάζουνε |
| Παρατατικός | αγίαζα / άγιαζα | αγίαζες / άγιαζες | αγίαζε / άγιαζε | αγιάζαμε | αγιάζατε | αγίαζαν / αγιάζαν / αγιάζανε / άγιαζαν |
| Αόριστος | αγίασα / άγιασα | αγίασες / άγιασες | αγίασε / άγιασε | αγιάσαμε | αγιάσατε | αγιάσαν / αγιάσανε / αγίασαν / άγιασαν |
| Μέλλοντας | θα αγιάζω / θα αγιάσω | θα αγιάσεις / θα αγιάζεις | θα αγιάσει / θα αγιάζει | θα αγιάζουμε / θα αγιάσουμε | θα αγιάζετε / θα αγιάσετε | θα αγιάζουν / θα αγιάζουνε / θα αγιάσουν / θα αγιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγιάσει | έχεις αγιάσει | έχει αγιάσει | έχουμε αγιάσει | έχετε αγιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγιάσει | είχες αγιάσει | είχε αγιάσει | είχαμε αγιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να αγιάζω / να έχω αγιάσει / να αγιάσω | να αγιάσεις / να έχεις αγιάσει / να αγιάζεις | να αγιάσει / να έχει αγιάσει / να αγιάζει | να έχουμε αγιάσει / να αγιάζουμε / να αγιάσουμε | να έχετε αγιάσει / να αγιάζετε / να αγιάσετε | να αγιάζουν / να αγιάζουνε / να αγιάσουν / να αγιάσουνε |
| Προστακτική | — | αγίαζε / αγίασε / άγιαζε / άγιασε | — | — | αγιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγιάστηκααγιάζομαιαγιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →