Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιασμός

/a.ʝaˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η τελετή κατά την οποία αγιάζεται το νερό την ημέρα των Θεοφανίων ή κατά την έναρξη μιας περιόδου (σχολική χρονιά, κοινοβουλευτική περίοδος) ή στα εγκαίνια μιας οικοδομής, καταστήματος κλπ Βικιλεξικό
    • Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός / η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.
  2. θρησκείαη τελετή αγιασμού, δηλαδή μετατροπής ενός αντικειμένου ή προσώπου σε κάτι το όσιο, η αγιοποίηση, ο καθαγιασμός Βικιλεξικό
  3. θρησκείατο νερό που αγιάστηκε και με το οποίο ραντίζονται πιστοί και αντικείμενα Βικιλεξικό
  4. θρησκείατο ράντισμα με αγίασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγιασμός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἁγιασμός αλλά με συνίζηση < ἅγιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγιασμόςαγιασμοί
Γενικήαγιασμούαγιασμών
Αιτιατικήαγιασμόαγιασμούς
Κλητικήαγιασμέαγιασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →