αγιασμός
•
- η τελετή κατά την οποία αγιάζεται το νερό την ημέρα των Θεοφανίων ή κατά την έναρξη μιας περιόδου (σχολική χρονιά, κοινοβουλευτική περίοδος) ή στα εγκαίνια μιας οικοδομής, καταστήματος κλπ Βικιλεξικό
- Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός / η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.
- θρησκείαη τελετή αγιασμού, δηλαδή μετατροπής ενός αντικειμένου ή προσώπου σε κάτι το όσιο, η αγιοποίηση, ο καθαγιασμός Βικιλεξικό
- θρησκείατο νερό που αγιάστηκε και με το οποίο ραντίζονται πιστοί και αντικείμενα Βικιλεξικό
- θρησκείατο ράντισμα με αγίασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιασμός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἁγιασμός αλλά με συνίζηση < ἅγιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιασμός | αγιασμοί |
| Γενική | αγιασμού | αγιασμών |
| Αιτιατική | αγιασμό | αγιασμούς |
| Κλητική | αγιασμέ | αγιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →