Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιώνυμος

/a.ʝiˈo.ni.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χριστιανισμόςπου ονομάζεται ή προσαγορεύεται «άγιος» Βικιλεξικό
    • αγιώνυμος τάφος
  2. για τοπωνύμιοπου φέρει το όνομα αγίου ή αγίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγιώνυμος < (άγιος) αγι- + -ώνυμος (όνομα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιώνυμοςαγιώνυμηαγιώνυμο
Γενικήαγιώνυμουαγιώνυμηςαγιώνυμου
Αιτιατικήαγιώνυμοαγιώνυμηαγιώνυμο
Κλητικήαγιώνυμεαγιώνυμηαγιώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιώνυμοιαγιώνυμεςαγιώνυμα
Γενικήαγιώνυμωναγιώνυμωναγιώνυμων
Αιτιατικήαγιώνυμουςαγιώνυμεςαγιώνυμα
Κλητικήαγιώνυμοιαγιώνυμεςαγιώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →