αγιώνυμος
•
- χριστιανισμόςπου ονομάζεται ή προσαγορεύεται «άγιος» Βικιλεξικό
- αγιώνυμος τάφος
- για τοπωνύμιοπου φέρει το όνομα αγίου ή αγίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιώνυμος < (άγιος) αγι- + -ώνυμος (όνομα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιώνυμος | αγιώνυμη | αγιώνυμο |
| Γενική | αγιώνυμου | αγιώνυμης | αγιώνυμου |
| Αιτιατική | αγιώνυμο | αγιώνυμη | αγιώνυμο |
| Κλητική | αγιώνυμε | αγιώνυμη | αγιώνυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιώνυμοι | αγιώνυμες | αγιώνυμα |
| Γενική | αγιώνυμων | αγιώνυμων | αγιώνυμων |
| Αιτιατική | αγιώνυμους | αγιώνυμες | αγιώνυμα |
| Κλητική | αγιώνυμοι | αγιώνυμες | αγιώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →