αγιωνύμιο
•
- ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από όνομα αγίου (όπως κάποια εκκλησία, ξωκλήσι κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Πολλές φορές ένα αγιωνύμιο μαρτυρά την ύπαρξη ενός παλιού μοναστηριού στην περιοχή, ακόμα κι αν ο ναός δεν σώζεται πια.
Ετυμολογία
αγιωνύμιο < (άγιος) αγι- + -ωνύμιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιωνύμιο | αγιωνύμια |
| Γενική | αγιωνυμίου / αγιωνύμιου | αγιωνυμίων / αγιωνύμιων |
| Αιτιατική | αγιωνύμιο | αγιωνύμια |
| Κλητική | αγιωνύμιο | αγιωνύμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →