αγκάλη
•
- αγκαλιά Βικιλεξικό
- Το παιδί έτρεξε με λαχτάρα και χώθηκε στην ανοιχτή αγκάλη της γιαγιάς του μόλις την είδε στην πόρτα.
- μεταφορικάζεστασιά, στοργή Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόμικρός κόλπος, ακτή ανάμεσα σε δύο γλώσσες στεριάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκάλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγκάλη. → δείτε και τη λέξη αγκαλιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκάλη | αγκάλες |
| Γενική | αγκάλης | — |
| Αιτιατική | αγκάλη | αγκάλες |
| Κλητική | αγκάλη | αγκάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →