αγκάλιασμα
•
- η κίνηση που κάνει κάποιος όταν αγκαλιάζει κάποιον άλλον· το να σφίγγεις κάποιον στην αγκαλιά σου Βικιλεξικό
- μεταφορικάη εξ ολοκλήρου αποδοχή Βικιλεξικό
- Ο δεύτερος διαγωνισμός στοχεύει στο αγκάλιασμα περισσότερων ειδών, σε μεγαλύτερη εξωστρέφεια στα είδη μουσικής και στην έλλειψη των περιορισμών στις πρεμιέρες των ταινιών που θα υποβληθούν.
- μεταφορικάτο αποτέλεσμα του περιβάλλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκάλιασμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκάλιασμα. Μορφολογικά αναλύεται σε (αγκαλιάζω) αγκαλιασ- + -μα < αγκαλιά < αρχαία ελληνική ἀγκάλη. Δείτε και ἀγκάλισμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκάλιασμα | αγκαλιάσματα |
| Γενική | αγκαλιάσματος | αγκαλιασμάτων |
| Αιτιατική | αγκάλιασμα | αγκαλιάσματα |
| Κλητική | αγκάλιασμα | αγκαλιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →