Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκάλιασμα

/aŋˈɡa.ʎa.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η κίνηση που κάνει κάποιος όταν αγκαλιάζει κάποιον άλλον· το να σφίγγεις κάποιον στην αγκαλιά σου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη εξ ολοκλήρου αποδοχή Βικιλεξικό
    • Ο δεύτερος διαγωνισμός στοχεύει στο αγκάλιασμα περισσότερων ειδών, σε μεγαλύτερη εξωστρέφεια στα είδη μουσικής και στην έλλειψη των περιορισμών στις πρεμιέρες των ταινιών που θα υποβληθούν.
  3. μεταφορικάτο αποτέλεσμα του περιβάλλω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκάλιασμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκάλιασμα. Μορφολογικά αναλύεται σε (αγκαλιάζω) αγκαλιασ- + -μα < αγκαλιά < αρχαία ελληνική ἀγκάλη. Δείτε και ἀγκάλισμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγκάλιασμααγκαλιάσματα
Γενικήαγκαλιάσματοςαγκαλιασμάτων
Αιτιατικήαγκάλιασμααγκαλιάσματα
Κλητικήαγκάλιασμααγκαλιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →