αγκίστρι
•
- αλιείαμικρό μεταλλικό σύρμα, σε σχήμα γάντζου, με μια ανάποδη προεξοχή στην άκρη του, που χρησιμοποιείται στο ψάρεμα Βικιλεξικό
- Ο ψαράς πέρασε με προσοχή το δόλωμα στο αγκίστρι για να είναι σίγουρος ότι δεν θα ξεκολλήσει μόλις πέσει στο νερό.
Ετυμολογία
αγκίστρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκίστριν < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγκίστριον, υποκοριστικό < αρχαία ελληνική ἄγκιστρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκίστρι | αγκίστρια |
| Γενική | αγκιστριού | αγκιστριών |
| Αιτιατική | αγκίστρι | αγκίστρια |
| Κλητική | αγκίστρι | αγκίστρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →