αγκιστρώνω
•
- αλιείαπιάνω ένα ψάρι χρησιμοποιώντας αγκίστρι Βικιλεξικό
- Ο ψαράς κατάφερε να αγκιστρώσει ένα μεγάλο λαβράκι μετά από ώρες αναμονής στην ακτή.
- συνδέω σταθερά ένα αντικείμενο/εξάρτημα σε μία βάση ή μηχανισμό που περιλαμβάνει ένα άγκιστρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκιστρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκιστρώνω < ελληνιστική κοινή ἀγκιστρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγκιστρόω + -ώνω → δείτε τη λέξη ἄγκιστρον (αρχαία ελληνικά)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκιστρώνω | αγκιστρώνεις | αγκιστρώνει | αγκιστρώνουμε | αγκιστρώνετε | αγκιστρώνουν / αγκιστρώνουνε |
| Παρατατικός | αγκίστρωνα | αγκίστρωνες | αγκίστρωνε | αγκιστρώναμε | αγκιστρώνατε | αγκίστρωναν / αγκιστρώναν / αγκιστρώνανε |
| Αόριστος | αγκίστρωσα | αγκίστρωσες | αγκίστρωσε | αγκιστρώσαμε | αγκιστρώσατε | αγκίστρωσαν / αγκιστρώσαν / αγκιστρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αγκιστρώνω / θα αγκιστρώσω | θα αγκιστρώνεις / θα αγκιστρώσεις | θα αγκιστρώνει / θα αγκιστρώσει | θα αγκιστρώνουμε / θα αγκιστρώσουμε | θα αγκιστρώνετε / θα αγκιστρώσετε | θα αγκιστρώνουν / θα αγκιστρώνουνε / θα αγκιστρώσουν / θα αγκιστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκιστρώσει | έχεις αγκιστρώσει | έχει αγκιστρώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκιστρώσει | είχες αγκιστρώσει | είχε αγκιστρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκιστρώσει / να αγκιστρώνω / να αγκιστρώσω | να έχεις αγκιστρώσει / να αγκιστρώνεις / να αγκιστρώσεις | να έχει αγκιστρώσει / να αγκιστρώνει / να αγκιστρώσει | να αγκιστρώνουμε / να αγκιστρώσουμε | να αγκιστρώνετε / να αγκιστρώσετε | να αγκιστρώνουν / να αγκιστρώνουνε / να αγκιστρώσουν / να αγκιστρώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αγκιστρωμένο / αγκίστρωνε / αγκίστρωσε | — | — | αγκιστρώνετε / αγκιστρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγκιστρώθηκααγκιστρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →