Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκιστρώνω

/aŋ.ɟiˈstɾo.no/ρήμα
•
  1. αλιείαπιάνω ένα ψάρι χρησιμοποιώντας αγκίστρι Βικιλεξικό
    • Ο ψαράς κατάφερε να αγκιστρώσει ένα μεγάλο λαβράκι μετά από ώρες αναμονής στην ακτή.
  2. συνδέω σταθερά ένα αντικείμενο/εξάρτημα σε μία βάση ή μηχανισμό που περιλαμβάνει ένα άγκιστρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκιστρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκιστρώνω < ελληνιστική κοινή ἀγκιστρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγκιστρόω + -ώνω → δείτε τη λέξη ἄγκιστρον (αρχαία ελληνικά)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγκιστρώνωαγκιστρώνειςαγκιστρώνειαγκιστρώνουμεαγκιστρώνετεαγκιστρώνουν / αγκιστρώνουνε
Παρατατικόςαγκίστρωνααγκίστρωνεςαγκίστρωνεαγκιστρώναμεαγκιστρώνατεαγκίστρωναν / αγκιστρώναν / αγκιστρώνανε
Αόριστοςαγκίστρωσααγκίστρωσεςαγκίστρωσεαγκιστρώσαμεαγκιστρώσατεαγκίστρωσαν / αγκιστρώσαν / αγκιστρώσανε
Μέλλονταςθα αγκιστρώνω / θα αγκιστρώσωθα αγκιστρώνεις / θα αγκιστρώσειςθα αγκιστρώνει / θα αγκιστρώσειθα αγκιστρώνουμε / θα αγκιστρώσουμεθα αγκιστρώνετε / θα αγκιστρώσετεθα αγκιστρώνουν / θα αγκιστρώνουνε / θα αγκιστρώσουν / θα αγκιστρώσουνε
Παρακείμενοςέχω αγκιστρώσειέχεις αγκιστρώσειέχει αγκιστρώσει———
Υπερσυντέλικοςείχα αγκιστρώσειείχες αγκιστρώσειείχε αγκιστρώσει———
Υποτακτικήνα έχω αγκιστρώσει / να αγκιστρώνω / να αγκιστρώσωνα έχεις αγκιστρώσει / να αγκιστρώνεις / να αγκιστρώσειςνα έχει αγκιστρώσει / να αγκιστρώνει / να αγκιστρώσεινα αγκιστρώνουμε / να αγκιστρώσουμενα αγκιστρώνετε / να αγκιστρώσετενα αγκιστρώνουν / να αγκιστρώνουνε / να αγκιστρώσουν / να αγκιστρώσουνε
Προστακτική—έχε αγκιστρωμένο / αγκίστρωνε / αγκίστρωσε——αγκιστρώνετε / αγκιστρώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αγκιστρώθηκααγκιστρώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →