αγκαλιάζω
•
- βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον/κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριβάλλω Βικιλεξικό
- Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
- μεταφορικάκαλύπτω κάτι/κάποιον εντελώς Βικιλεξικό
- η νύχτα αγκάλιασε την πόλη
- αγκαλιάζομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριβάλλω με στοργή Βικιλεξικό
- Όλο το χωριό αγκάλιασε τους πρόσφυγες.
Ετυμολογία
αγκαλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιάζω < ἀγκάλη + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκαλιάζω | αγκαλιάζεις | αγκαλιάζει | αγκαλιάζουμε | αγκαλιάζετε | αγκαλιάζουν / αγκαλιάζουνε |
| Παρατατικός | αγκάλιαζα | αγκάλιαζες | αγκάλιαζε | αγκαλιάζαμε | αγκαλιάζατε | αγκάλιαζαν / αγκαλιάζαν / αγκαλιάζανε |
| Αόριστος | αγκάλιασα | αγκάλιασες | αγκάλιασε | αγκαλιάσαμε | αγκαλιάσατε | αγκάλιασαν / αγκαλιάσαν / αγκαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αγκαλιάζω / θα αγκαλιάσω | θα αγκαλιάζεις / θα αγκαλιάσεις | θα αγκαλιάζει / θα αγκαλιάσει | θα αγκαλιάζουμε / θα αγκαλιάσουμε | θα αγκαλιάζετε / θα αγκαλιάσετε | θα αγκαλιάζουν / θα αγκαλιάζουνε / θα αγκαλιάσουν / θα αγκαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκαλιάσει | έχεις αγκαλιάσει | έχει αγκαλιάσει | έχουμε αγκαλιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκαλιάσει | είχες αγκαλιάσει | είχε αγκαλιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκαλιάσει / να αγκαλιάζω / να αγκαλιάσω | να έχεις αγκαλιάσει / να αγκαλιάζεις / να αγκαλιάσεις | να έχει αγκαλιάσει / να αγκαλιάζει / να αγκαλιάσει | να έχουμε αγκαλιάσει / να αγκαλιάζουμε / να αγκαλιάσουμε | να αγκαλιάζετε / να αγκαλιάσετε | να αγκαλιάζουν / να αγκαλιάζουνε / να αγκαλιάσουν / να αγκαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αγκαλιασμένο / αγκάλιαζε / αγκάλιασε | — | — | αγκαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγκαλιάζομαιαγκαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →