αγκουσεύω
•
- λογοτεχνικόκάνω κάποιον να στενοχωρηθεί Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόαισθάνομαι αναπνευστική δυσφορία, ανασαίνω με δυσκολία Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόστενοχωριέμαι, υποφέρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκουσεύω < αγκούσ(α) + -εύω Δείτε και το μεσαιωνικό ἀγκουσεύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκουσεύω | αγκουσεύεις | αγκουσεύει | αγκουσεύουμε | αγκουσεύετε | αγκουσεύουν / αγκουσεύουνε |
| Παρατατικός | αγκούσευα | αγκούσευες | αγκούσευε | αγκουσεύαμε | αγκουσεύατε | αγκουσεύαν / αγκουσεύανε / αγκούσευαν |
| Αόριστος | αγκούσεψα | αγκούσεψες | αγκούσεψε | αγκουσέψαμε | αγκουσέψατε | αγκουσέψαν / αγκουσέψανε / αγκούσεψαν |
| Μέλλοντας | θα αγκουσέψω / θα αγκουσεύω | θα αγκουσέψεις / θα αγκουσεύεις | θα αγκουσέψει / θα αγκουσεύει | θα αγκουσέψουμε / θα αγκουσεύουμε | θα αγκουσέψετε / θα αγκουσεύετε | θα αγκουσέψουν / θα αγκουσέψουνε / θα αγκουσεύουν / θα αγκουσεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκουσέψει | έχεις αγκουσέψει | έχει αγκουσέψει | έχουμε αγκουσέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκουσέψει | είχες αγκουσέψει | είχε αγκουσέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκουσέψει / να αγκουσέψω / να αγκουσεύω | να έχεις αγκουσέψει / να αγκουσέψεις / να αγκουσεύεις | να έχει αγκουσέψει / να αγκουσέψει / να αγκουσεύει | να έχουμε αγκουσέψει / να αγκουσέψουμε / να αγκουσεύουμε | να αγκουσέψετε / να αγκουσεύετε | να αγκουσέψουν / να αγκουσέψουνε / να αγκουσεύουν / να αγκουσεύουνε |
| Προστακτική | — | αγκούσευε / αγκούσεψε | — | — | αγκουσέψτε / αγκουσεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγκουσεύτηκααγκουσεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →