αγκυλοποιητικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με αγκύλωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
- Η Novartis ανακοίνωσε στοιχεία που δείχνουν ότι η σεκουκινουμάμπη επιτυγχάνει παρατεταμένη βελτίωση στα σημεία και τα συμπτώματα της ενεργού αγκυλοποιητικής σπονδυλαρθρίτιδας (AΣ) στα 3 έτη, οι οποίες είναι αντίστοιχες με τα προηγούμενα ευρήματα στην ενεργό ψωριασική αρθρίτιδα (ΨΑ) στα 3 έτη.
Ετυμολογία
αγκυλοποιητικός < αγκυλώνω + -ο- + -ποιητικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκυλοποιητικός | αγκυλοποιητική | αγκυλοποιητικό |
| Γενική | αγκυλοποιητικού | αγκυλοποιητικής | αγκυλοποιητικού |
| Αιτιατική | αγκυλοποιητικό | αγκυλοποιητική | αγκυλοποιητικό |
| Κλητική | αγκυλοποιητικέ | αγκυλοποιητική | αγκυλοποιητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκυλοποιητικοί | αγκυλοποιητικές | αγκυλοποιητικά |
| Γενική | αγκυλοποιητικών | αγκυλοποιητικών | αγκυλοποιητικών |
| Αιτιατική | αγκυλοποιητικούς | αγκυλοποιητικές | αγκυλοποιητικά |
| Κλητική | αγκυλοποιητικοί | αγκυλοποιητικές | αγκυλοποιητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →