Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκυλοποιητικός

/aŋ.ɟi.lo.pi.i.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με αγκύλωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
    • Η Novartis ανακοίνωσε στοιχεία που δείχνουν ότι η σεκουκινουμάμπη επιτυγχάνει παρατεταμένη βελτίωση στα σημεία και τα συμπτώματα της ενεργού αγκυλοποιητικής σπονδυλαρθρίτιδας (AΣ) στα 3 έτη, οι οποίες είναι αντίστοιχες με τα προηγούμενα ευρήματα στην ενεργό ψωριασική αρθρίτιδα (ΨΑ) στα 3 έτη.

Ετυμολογία

αγκυλοποιητικός < αγκυλώνω + -ο- + -ποιητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκυλοποιητικόςαγκυλοποιητικήαγκυλοποιητικό
Γενικήαγκυλοποιητικούαγκυλοποιητικήςαγκυλοποιητικού
Αιτιατικήαγκυλοποιητικόαγκυλοποιητικήαγκυλοποιητικό
Κλητικήαγκυλοποιητικέαγκυλοποιητικήαγκυλοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκυλοποιητικοίαγκυλοποιητικέςαγκυλοποιητικά
Γενικήαγκυλοποιητικώναγκυλοποιητικώναγκυλοποιητικών
Αιτιατικήαγκυλοποιητικούςαγκυλοποιητικέςαγκυλοποιητικά
Κλητικήαγκυλοποιητικοίαγκυλοποιητικέςαγκυλοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →