αγκυλώνω
•
- τσιμπώ και προξενώ ελαφρό πόνο ή απλώς ενοχλώ Βικιλεξικό
- δεν αντέχω αυτό το μάλλινο γιατί μ' αγκυλώνει
- μεταφορικάπληγώνω ψυχικά Βικιλεξικό
- κυριολεκτικά και μεταφορικάσταματώ κάποια εξέλιξη, ακινητοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκυλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκυλώνω < αρχαία ελληνική ἀγκυλῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγκυλόω + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκυλώνω | αγκυλώνεις | αγκυλώνει | αγκυλώνουμε | αγκυλώνετε | αγκυλώνουν / αγκυλώνουνε |
| Παρατατικός | αγκύλωνα | αγκύλωνες | αγκύλωνε | αγκυλώναμε | αγκυλώνατε | αγκυλώναν / αγκυλώνανε / αγκύλωναν |
| Αόριστος | αγκύλωσα | αγκύλωσες | αγκύλωσε | αγκυλώσαμε | αγκυλώσατε | αγκυλώσαν / αγκυλώσανε / αγκύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα αγκυλώνω / θα αγκυλώσω | θα αγκυλώνεις / θα αγκυλώσεις | θα αγκυλώνει / θα αγκυλώσει | θα αγκυλώνουμε / θα αγκυλώσουμε | θα αγκυλώνετε / θα αγκυλώσετε | θα αγκυλώνουν / θα αγκυλώνουνε / θα αγκυλώσουν / θα αγκυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκυλώσει | έχεις αγκυλώσει | έχει αγκυλώσει | έχουμε αγκυλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκυλώσει | είχες αγκυλώσει | είχε αγκυλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκυλώσει / να αγκυλώνω / να αγκυλώσω | να έχεις αγκυλώσει / να αγκυλώνεις / να αγκυλώσεις | να έχει αγκυλώσει / να αγκυλώνει / να αγκυλώσει | να έχουμε αγκυλώσει / να αγκυλώνουμε / να αγκυλώσουμε | να αγκυλώνετε / να αγκυλώσετε | να αγκυλώνουν / να αγκυλώνουνε / να αγκυλώσουν / να αγκυλώσουνε |
| Προστακτική | — | αγκύλωνε / αγκύλωσε | — | — | αγκυλώνετε / αγκυλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγκυλώθηκααγκυλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →