αγκύλωση
•
- ιατρικήπιάσιμο σε μύες που οφείλεται σε παρατεταμένο τέντωμά τους σε σταθερή θέση, δυσκολία κάμψης των μελών του σώματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη στασιμότητα η δυσκολία μεταβολής Βικιλεξικό
- Ο συγγραφέας καταδύεται κάτω από τον ορυμαγδό της πληροφορίας διαβλέποντας μέσα σε όλη αυτή την ασύλληπτη ελευθερία κινήσεων και προσλήψεων μια δέσμευση που μπορεί να φτάσει και στην αγκύλωση.
- σπάνιοη δημιουργία αγκύλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκύλωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγκύλωσις < ἀγκυλῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκύλωση | αγκυλώσεις |
| Γενική | αγκύλωσης | αγκυλώσεων |
| Αιτιατική | αγκύλωση | αγκυλώσεις |
| Κλητική | αγκύλωση | αγκυλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →