Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκύλωση

/anˈɟi.lo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήπιάσιμο σε μύες που οφείλεται σε παρατεταμένο τέντωμά τους σε σταθερή θέση, δυσκολία κάμψης των μελών του σώματος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη στασιμότητα η δυσκολία μεταβολής Βικιλεξικό
    • Ο συγγραφέας καταδύεται κάτω από τον ορυμαγδό της πληροφορίας διαβλέποντας μέσα σε όλη αυτή την ασύλληπτη ελευθερία κινήσεων και προσλήψεων μια δέσμευση που μπορεί να φτάσει και στην αγκύλωση.
  3. σπάνιοη δημιουργία αγκύλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκύλωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγκύλωσις < ἀγκυλῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγκύλωσηαγκυλώσεις
Γενικήαγκύλωσηςαγκυλώσεων
Αιτιατικήαγκύλωσηαγκυλώσεις
Κλητικήαγκύλωσηαγκυλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →