αγλέουρας
•
- φυτόποώδες δηλητηριώδες φυτό (επιστημονικό όνομα Helleborus cyclophyllus) με οδοντωτά φύλλα και κιτρινοπράσινα άνθη Βικιλεξικό
- φυτότο δηλητηριώδες φυτό Euphorbia biglandulosa, που ανήκει στο γένος Ευφορβία και στην οικογένεια των Ευφορβιδών Βικιλεξικό
- λαϊκότροπουπερβολική ποσότητα φαγητού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγλέουρας < *αλέουρος < *αλέβουρος < *ελέβουρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἑλλέβορος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγλέουρας | αγλέουρες |
| Γενική | αγλέουρα | — |
| Αιτιατική | αγλέουρα | αγλέουρες |
| Κλητική | αγλέουρα | αγλέουρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →