αγλαός
•
- αρχαιοπρεπέςφωτεινός, λαμπρός, ακτινοβόλος Βικιλεξικό
- μεταφορικάφημισμένος, διαπρεπής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγλαός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγλαός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγλαός | αγλαή | αγλαό |
| Γενική | αγλαού | αγλαής | αγλαού |
| Αιτιατική | αγλαό | αγλαή | αγλαό |
| Κλητική | αγλαέ | αγλαή | αγλαό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγλαοί | αγλαές | αγλαά |
| Γενική | αγλαών | αγλαών | αγλαών |
| Αιτιατική | αγλαούς | αγλαές | αγλαά |
| Κλητική | αγλαοί | αγλαές | αγλαά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →