Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγνοώ

/a.γnoˈo/ρήμα
•
  1. δεν γνωρίζω ένα θέμα Βικιλεξικό
    • αγνοούσε ακόμη και τις πιο βασικές έννοιες για το θέμα
    • αγνοείται η τύχη των ναυαγών
  2. δεν δίνω σημασία σε κάποιον, περιφρονώ Βικιλεξικό
    • με συναντάει στο δρόμο και με αγνοεί, κάνει ότι δεν με βλέπει
  3. παραβλέπω δεν δίνω σημασία σε κάτι (όχι απαραιτήτως υποτιμητικά), δεν μεταβάλλω τις ενέργειές μου Βικιλεξικό
    • Αγνοώ τα μικρά λάθη ορθογραφίας στην έκθεσή σου. Τα ξεχνάω και σου βάζω καλό βαθμό.
  4. αγνοούμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγνοώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγνοῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγνοέω < ἀ- στερητικό + μεταπτωτική βαθμίδα γνο- (όπως π.χ. στο ρήμα γιγνώσκω). Δεν σχετίζεται με το ἁγνός : σημασία: «παραβλέπω, υποτιμώ» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική ignore

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγνοώαγνοείςαγνοείαγνοούμεαγνοείτεαγνοούν / αγνοούνε
Παρατατικόςαγνοούσααγνοούσεςαγνοούσεαγνοούσαμεαγνοούσατεαγνοούσαν / αγνοούσανε
Αόριστοςαγνόησααγνόησεςαγνόησεαγνοήσαμεαγνοήσατεαγνοήσαν / αγνοήσανε / αγνόησαν
Μέλλονταςθα αγνοήσω / θα αγνοώθα αγνοήσεις / θα αγνοείςθα αγνοήσει / θα αγνοείθα αγνοήσουμε / θα αγνοούμεθα αγνοήσετε / θα αγνοείτεθα αγνοήσουν / θα αγνοήσουνε / θα αγνοούν / θα αγνοούνε
Παρακείμενοςέχω αγνοήσειέχεις αγνοήσειέχει αγνοήσειέχουμε αγνοήσειέχετε αγνοήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αγνοήσειείχες αγνοήσειείχε αγνοήσειείχαμε αγνοήσειείχατε αγνοήσει—
Υποτακτικήνα έχω αγνοήσει / να αγνοήσω / να αγνοώνα έχεις αγνοήσει / να αγνοήσεις / να αγνοείςνα έχει αγνοήσει / να αγνοήσει / να αγνοείνα έχουμε αγνοήσει / να αγνοήσουμε / να αγνοούμενα έχετε αγνοήσει / να αγνοήσετε / να αγνοείτενα αγνοήσουν / να αγνοήσουνε / να αγνοούν / να αγνοούνε
Προστακτική—αγνόησε——αγνοήστε / αγνοείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →