αγνοώ
•
- δεν γνωρίζω ένα θέμα Βικιλεξικό
- αγνοούσε ακόμη και τις πιο βασικές έννοιες για το θέμα
- αγνοείται η τύχη των ναυαγών
- δεν δίνω σημασία σε κάποιον, περιφρονώ Βικιλεξικό
- με συναντάει στο δρόμο και με αγνοεί, κάνει ότι δεν με βλέπει
- παραβλέπω δεν δίνω σημασία σε κάτι (όχι απαραιτήτως υποτιμητικά), δεν μεταβάλλω τις ενέργειές μου Βικιλεξικό
- Αγνοώ τα μικρά λάθη ορθογραφίας στην έκθεσή σου. Τα ξεχνάω και σου βάζω καλό βαθμό.
- αγνοούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγνοώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγνοῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγνοέω < ἀ- στερητικό + μεταπτωτική βαθμίδα γνο- (όπως π.χ. στο ρήμα γιγνώσκω). Δεν σχετίζεται με το ἁγνός : σημασία: «παραβλέπω, υποτιμώ» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική ignore
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγνοώ | αγνοείς | αγνοεί | αγνοούμε | αγνοείτε | αγνοούν / αγνοούνε |
| Παρατατικός | αγνοούσα | αγνοούσες | αγνοούσε | αγνοούσαμε | αγνοούσατε | αγνοούσαν / αγνοούσανε |
| Αόριστος | αγνόησα | αγνόησες | αγνόησε | αγνοήσαμε | αγνοήσατε | αγνοήσαν / αγνοήσανε / αγνόησαν |
| Μέλλοντας | θα αγνοήσω / θα αγνοώ | θα αγνοήσεις / θα αγνοείς | θα αγνοήσει / θα αγνοεί | θα αγνοήσουμε / θα αγνοούμε | θα αγνοήσετε / θα αγνοείτε | θα αγνοήσουν / θα αγνοήσουνε / θα αγνοούν / θα αγνοούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγνοήσει | έχεις αγνοήσει | έχει αγνοήσει | έχουμε αγνοήσει | έχετε αγνοήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγνοήσει | είχες αγνοήσει | είχε αγνοήσει | είχαμε αγνοήσει | είχατε αγνοήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αγνοήσει / να αγνοήσω / να αγνοώ | να έχεις αγνοήσει / να αγνοήσεις / να αγνοείς | να έχει αγνοήσει / να αγνοήσει / να αγνοεί | να έχουμε αγνοήσει / να αγνοήσουμε / να αγνοούμε | να έχετε αγνοήσει / να αγνοήσετε / να αγνοείτε | να αγνοήσουν / να αγνοήσουνε / να αγνοούν / να αγνοούνε |
| Προστακτική | — | αγνόησε | — | — | αγνοήστε / αγνοείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →