Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγνωστικιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαπου ακολουθεί τη φιλοσοφική θεωρία του αγνωστικισμού, που πρεσβεύει ότι η έσχατη γνώση των όντων δεν είναι δυνατή Βικιλεξικό
    • Στα μεγάλα βάσανα, ατομικά και συλλογικά, ο νους πολλών ανθρώπων, ίσως των περισσότερων, στρέφεται προς τα πάνω – ή προς τα μέσα, βαθιά, το ίδιο είναι. Και του πιστού ο νους και του αγνωστικιστή και του δύσπιστου και του αρνησίθεου. Του επιστήμονα και του απαίδευτου. Του φτωχού και του πλούσιου. (Η αγία Κορώνα, ο άγιος Αυξίβιος και η πανδημία, Κυθηραϊκά, 14/4/2020 https://www.kythiraika.gr/i-agia-korona-o-agios-ayxivios-kai-i-pandimia/)
    • Τότε ακόμα, λοιπόν, οι οικονομολόγοι μπορούσαν να διακρίνονται ανάμεσα σε «αισιόδοξους» και «απαισιόδοξους» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε ανεπιφύλακτα «συστημικούς», σε εν δυνάμει «αντισυστημικούς» και σε επιφυλακτικούς αγνωστικιστές. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
  2. που πιστεύει ότι δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του θεού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγνωστικιστής < αγνωστικισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγνωστικιστήςαγνωστικιστές
Γενικήαγνωστικιστήαγνωστικιστών
Αιτιατικήαγνωστικιστήαγνωστικιστές
Κλητικήαγνωστικιστήαγνωστικιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →