αγονία
•
- η έλλειψη γονιμότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγονία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγονία < ἄγονος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγονία | αγονίες |
| Γενική | αγονίας | αγονιών |
| Αιτιατική | αγονία | αγονίες |
| Κλητική | αγονία | αγονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →