Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγονος

/ˈa.ɣo.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μη γόνιμος Βικιλεξικό
    • Συλλογικά, η συμπεριφορά μας μοιάζει με αυτήν του κτηνοτρόφου: νοιαστήκαμε μόνο για την πάρτη μας, υπερβοσκήσαμε το κοινό λιβάδι - τα δημόσια οικονομικά, υπό την ευρεία έννοια -, και φυσικά δεν προκαλεί έκπληξη που καταρρεύσαμε, που το πράσινο λιβάδι έγινε άγονη γη. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών, Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)
    • μια τεράστια σε έκταση πεδιάδα, για την οποία ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, οδοιπορώντας την το 1934, θα γράψει: «...απόλυτα άγονη και έρημη, και με το δικό της δυσοίωνο τρόπο πολύ όμορφη. Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρες, σαν γιγάντια χνούδια». (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
  2. χωρίς αποτέλεσμα, άκαρπος Βικιλεξικό
    • ο διαγωνισμός κηρύχθηκε άγονος
  3. μη προσοδοφόρος ή αποδοτικός Βικιλεξικό
    • τα πλοία της άγονης γραμμής

Ετυμολογία

άγονος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄγονος < ἄ- στερητικό + γον- γόνος (τέκνο) -γονος (γεννῶ) : σημασία «χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς απόδοση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική stérile

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγονοςάγονηάγονο
Γενικήάγονουάγονηςάγονου
Αιτιατικήάγονοάγονηάγονο
Κλητικήάγονεάγονηάγονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγονοιάγονεςάγονα
Γενικήάγονωνάγονωνάγονων
Αιτιατικήάγονουςάγονεςάγονα
Κλητικήάγονοιάγονεςάγονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →