αγοραφοβία
•
- ψυχολογίαη παθολογική τάση να νιώθει κανείς φόβο, όταν βρίσκεται με πολύ κόσμο Βικιλεξικό
- η τάση να προτιμάει κάποιος την απομόνωση και να αποφεύγει τις συναναστροφές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγοραφοβία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Agoraphobie ή γαλλική agoraphobie < αρχαία ελληνική ἀγορά + -φοβία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγοραφοβία | αγοραφοβίες |
| Γενική | αγοραφοβίας | — |
| Αιτιατική | αγοραφοβία | αγοραφοβίες |
| Κλητική | αγοραφοβία | αγοραφοβίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →