Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγοραφοβία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχολογίαη παθολογική τάση να νιώθει κανείς φόβο, όταν βρίσκεται με πολύ κόσμο Βικιλεξικό
  2. η τάση να προτιμάει κάποιος την απομόνωση και να αποφεύγει τις συναναστροφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγοραφοβία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Agoraphobie ή γαλλική agoraphobie < αρχαία ελληνική ἀγορά + -φοβία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγοραφοβίααγοραφοβίες
Γενικήαγοραφοβίας—
Αιτιατικήαγοραφοβίααγοραφοβίες
Κλητικήαγοραφοβίααγοραφοβίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →