Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγοραφοβικός

/a.ɣo.ɾa.fo.viˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αγοραφοβία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ψυχολογίααυτός που πάσχει από αγοραφοβία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγοραφοβικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική agoraphobic < agoraphobia< αρχαία ελληνική ἀγορά + φόβος. Μορφολογικά αναλύεται σε αγοραφοβ(ία) + -ικός. Ως σύνθετο: αγορα- + -φοβικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγοραφοβικόςαγοραφοβικήαγοραφοβικό
Γενικήαγοραφοβικούαγοραφοβικήςαγοραφοβικού
Αιτιατικήαγοραφοβικόαγοραφοβικήαγοραφοβικό
Κλητικήαγοραφοβικέαγοραφοβικήαγοραφοβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγοραφοβικοίαγοραφοβικέςαγοραφοβικά
Γενικήαγοραφοβικώναγοραφοβικώναγοραφοβικών
Αιτιατικήαγοραφοβικούςαγοραφοβικέςαγοραφοβικά
Κλητικήαγοραφοβικοίαγοραφοβικέςαγοραφοβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →