αγρίμι
•
- το άγριο ζώο Βικιλεξικό
- έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- μεταφορικάτο άτομο που είναι ακοινώνητο, ατίθασο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγρίμι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγρίμιν < ελληνιστική κοινή ἀγριμαῖον ουδ. του επιθ. ἀγριμαῖος < ἄγρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγρίμι | αγρίμια |
| Γενική | αγριμιού | αγριμιών |
| Αιτιατική | αγρίμι | αγρίμια |
| Κλητική | αγρίμι | αγρίμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →