αγριοκέρασο
•
- φρούτοείδος κερασιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριοκέρασο < αγριο- + κεράσ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριοκέρασο | αγριοκέρασα |
| Γενική | αγριοκέρασου | αγριοκέρασων |
| Αιτιατική | αγριοκέρασο | αγριοκέρασα |
| Κλητική | αγριοκέρασο | αγριοκέρασα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →