Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγριόφατσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόπου έχει άγρια χαρακτηριστικά προσώπου ή έκφραση προσώπου Βικιλεξικό
    • -‘Κάτι ξέρουμε κι εμείς από έρωτα μικρέ. Μείνε ήσυχος. Αν είναι στην πόλη, το βράδυ θα βρίσκεται στο κρεβάτι σου. Πάνε να γίνεις όμορφος τώρα. Μην τρομάξει η κοπέλα με την αγριόφατσα σου’, του είπε γελώντας. -‘Μα δεν σου είπα ούτε καν πού μένει’. - ‘Κάνε την δουλειά σου ρε αδερφέ. Άντε τελείωνε. Δεν μ' αρέσει να μ' αμφισβητούν. Ζήτησες κάτι και σου είπα ότι θα γίνει.

Ετυμολογία

αγριόφατσα < αγριό- + φάτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγριόφατσααγριόφατσες
Γενικήαγριόφατσαςαγριόφατσων
Αιτιατικήαγριόφατσααγριόφατσες
Κλητικήαγριόφατσααγριόφατσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →