αγριόφατσα
•
- προφορικόπου έχει άγρια χαρακτηριστικά προσώπου ή έκφραση προσώπου Βικιλεξικό
- -‘Κάτι ξέρουμε κι εμείς από έρωτα μικρέ. Μείνε ήσυχος. Αν είναι στην πόλη, το βράδυ θα βρίσκεται στο κρεβάτι σου. Πάνε να γίνεις όμορφος τώρα. Μην τρομάξει η κοπέλα με την αγριόφατσα σου’, του είπε γελώντας. -‘Μα δεν σου είπα ούτε καν πού μένει’. - ‘Κάνε την δουλειά σου ρε αδερφέ. Άντε τελείωνε. Δεν μ' αρέσει να μ' αμφισβητούν. Ζήτησες κάτι και σου είπα ότι θα γίνει.
Ετυμολογία
αγριόφατσα < αγριό- + φάτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριόφατσα | αγριόφατσες |
| Γενική | αγριόφατσας | αγριόφατσων |
| Αιτιατική | αγριόφατσα | αγριόφατσες |
| Κλητική | αγριόφατσα | αγριόφατσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →