αγρονόμος
•
- επάγγελμαεπιστήμονας της αγροτικής παραγωγής, με ειδίκευση στην αγρονομία Βικιλεξικό
- αγρονόμος τοπογράφος, αγρονόμος μηχανικός
- βαθμοφόρος της αγροφυλακής· πρόσωπο υπεύθυνο για την επιτήρηση των αγροτικών κτημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγρονόμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγρονόμος (υπεύθυνος αξιωματούχος για αγροτικές περιοχές) < ἀγρός (αγρός)+ νόμος (νέμω). Μορφολογικά, αγρο- + -νόμος : για τον επιστήμονα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική agronome < μεσαιωνική λατινική agronomus < αρχαία ελληνική ἀγρός + νόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγρονόμος | αγρονόμοι |
| Γενική | αγρονόμου | αγρονόμων |
| Αιτιατική | αγρονόμο | αγρονόμους |
| Κλητική | αγρονόμε | αγρονόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →