αγυάλιστος
•
- που δεν τον έχουν γυαλίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγυάλιστος < α- στερητικό + γυαλίζω + κατάλη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγυάλιστος | αγυάλιστη | αγυάλιστο |
| Γενική | αγυάλιστου | αγυάλιστης | αγυάλιστου |
| Αιτιατική | αγυάλιστο | αγυάλιστη | αγυάλιστο |
| Κλητική | αγυάλιστε | αγυάλιστη | αγυάλιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγυάλιστοι | αγυάλιστες | αγυάλιστα |
| Γενική | αγυάλιστων | αγυάλιστων | αγυάλιστων |
| Αιτιατική | αγυάλιστους | αγυάλιστες | αγυάλιστα |
| Κλητική | αγυάλιστοι | αγυάλιστες | αγυάλιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →