αγχιστεία
•
- νομικός όροςη συγγενική σχέση που αποκτάται μέσω γάμου με τα μέλη της οικογένειας του/της συζύγου Βικιλεξικό
- χημείασχέση χημικών ουσιών και τάση δημιουργίας μεταξύ τους δεσμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγχιστεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγχιστεία < ἀγχιστεύω < ἄγχω ::σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική affinitas ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική affinité
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγχιστεία | αγχιστείες |
| Γενική | αγχιστείας | αγχιστειών |
| Αιτιατική | αγχιστεία | αγχιστείες |
| Κλητική | αγχιστεία | αγχιστείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →