άγχος
•
- ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές φορές αόριστη, κάτι που μπορεί να εξελιχτεί και σε μόνιμη ψυχοπαθολογική κατάσταση Βικιλεξικό
- αυτό που στην ουσία προσπαθούμε να κάνουμε είναι να συμβάλουμε στην εμπέδωση στον ψυχισμό του υποκειμένου, του άγχους ευνουχισμού ως άγχος-σήμα στη θέση των αρχαϊκών αγχών τα οποία μας έχουν περιγράψει οι μεταφροϊδικοί αναλυτές. (Σπύρος Μητροσύλης, Ο ευνουχισμός ως ψυχικός οργανωτής και το συμβολικό νόημά του., 9ο Συνέδριο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, http://www.psychoanalysis.gr/documents/mitrosilis_9thgongress2015.pdf)
- Η ψυχοσυναισθηματική στήριξη των ασθενών, που αποτελεί μέρος του συνειδητού έργου, παρεμποδίζεται. Δευτερογενή άγχη από τις άμυνες, μειώνουν την ικανοποίηση του προσωπικού. Συνεπώς, η αμυντική κουλτούρα του οργανισμού εμποδίζει την επαρκή εμπερίεξη των αγχών των νοσηλευτριών και των ασθενών. (Σουλτάνα Δημητρίου Τσιάκου, Άγχη και άμυνες του νοσηλευτικού προσωπικού μιας κλινικής ενός ογκολογικού νοσοκομείου: Μια ψυχαναλυτικά προσανατολισμένη έρευνα συμμετοχικής παρατήρησης, μεταπτυχιακές διατριβές, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ψυχολογίας, ΑΠΘ, 2015http://ikee.lib.auth.gr/record/136208?ln=el)
Ετυμολογία
άγχος < (καθαρεύουσα) ἄγχος < αρχαία ελληνική ἄγχ(ω) + -ος (κατά το σχήμα ψεύδω - ψεύδος), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική angoisse Επίσης δείτε: αγγλική anxiety, γερμανική Angst < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂enǵʰ- : (Το αρχαίο ἄγχος, είναι παρωχημένος τύπος του ἔναγχος.)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άγχος | άγχη |
| Γενική | άγχους | αγχών |
| Αιτιατική | άγχος | άγχη |
| Κλητική | άγχος | άγχη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →