Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀγχωτικός

/aŋ.xo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολυτονική γραφή του αγχωτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἀγχωτικός → δείτε αγχωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήἀγχωτικόςἀγχωτικήἀγχωτικό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αγχωτικός

/aŋ.xo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που καταλαμβάνεται εύκολα από άγχος, αγχώδης Βικιλεξικό
  2. που προκαλεί άγχος Βικιλεξικό
  3. για πρόσωπασυνώνυμο του αγχώδης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγχωτικός < αγχώ(νω) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική angoissé, angoisseux και anxieux.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγχωτικόςαγχωτικήαγχωτικό
Γενικήαγχωτικούαγχωτικήςαγχωτικού
Αιτιατικήαγχωτικόαγχωτικήαγχωτικό
Κλητικήαγχωτικέαγχωτικήαγχωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγχωτικοίαγχωτικέςαγχωτικά
Γενικήαγχωτικώναγχωτικώναγχωτικών
Αιτιατικήαγχωτικούςαγχωτικέςαγχωτικά
Κλητικήαγχωτικοίαγχωτικέςαγχωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →