Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγωγιάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον αγωγιάτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγωγιάτικος < αγωγιάτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγωγιάτικοςαγωγιάτικηαγωγιάτικο
Γενικήαγωγιάτικουαγωγιάτικηςαγωγιάτικου
Αιτιατικήαγωγιάτικοαγωγιάτικηαγωγιάτικο
Κλητικήαγωγιάτικεαγωγιάτικηαγωγιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγωγιάτικοιαγωγιάτικεςαγωγιάτικα
Γενικήαγωγιάτικωναγωγιάτικωναγωγιάτικων
Αιτιατικήαγωγιάτικουςαγωγιάτικεςαγωγιάτικα
Κλητικήαγωγιάτικοιαγωγιάτικεςαγωγιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →