αγωνιώδης
•
- που έχει πολλή αγωνία ή που προκαλεί πολλή αγωνία, αγχωτικός Βικιλεξικό
- Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Το νέο ελληνικό έθνος, 1204-2000, Ηρόδοτος, 2001, σελ. 37)
Ετυμολογία
αγωνιώδης < αγωνία + -ώδης (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική anxieux)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγωνιώδης | αγωνιώδης | αγωνιώδες |
| Γενική | αγωνιώδους | αγωνιώδους | αγωνιώδους |
| Αιτιατική | αγωνιώδη | αγωνιώδη | αγωνιώδες |
| Κλητική | αγωνιώδη / αγωνιώδης | αγωνιώδης | αγωνιώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγωνιώδεις | αγωνιώδεις | αγωνιώδη |
| Γενική | αγωνιωδών | αγωνιωδών | αγωνιωδών |
| Αιτιατική | αγωνιώδεις | αγωνιώδεις | αγωνιώδη |
| Κλητική | αγωνιώδεις | αγωνιώδεις | αγωνιώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →