αγωνία
•
- συναίσθημα μεταξύ του φόβου και της αναμονής Βικιλεξικό
- Κοντά στην Άννα και στη Φωτεινή ζούσα κι εγώ τις αγωνίες της παρανομίας. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- χαρτοπαίγνιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωνία < ἀγών < ἄγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eǵ- (ἄγω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγωνία | αγωνίες |
| Γενική | αγωνίας | αγωνιών |
| Αιτιατική | αγωνία | αγωνίες |
| Κλητική | αγωνία | αγωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →