Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδέσμευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καμία δέσμευση, που δεν είναι δεσμευμένος Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου δεν είναι ούτε παντρεμένος ούτε αρραβωνιασμένος ούτε έχει κάποιο ερωτικό δεσμό Βικιλεξικό
  3. παρωχημένογια χώρες που δεν ανήκαν ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδέσμευτος < ελληνιστική κοινή ἀδέσμευτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδέσμευτοςαδέσμευτηαδέσμευτο
Γενικήαδέσμευτουαδέσμευτηςαδέσμευτου
Αιτιατικήαδέσμευτοαδέσμευτηαδέσμευτο
Κλητικήαδέσμευτεαδέσμευτηαδέσμευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδέσμευτοιαδέσμευτεςαδέσμευτα
Γενικήαδέσμευτωναδέσμευτωναδέσμευτων
Αιτιατικήαδέσμευτουςαδέσμευτεςαδέσμευτα
Κλητικήαδέσμευτοιαδέσμευτεςαδέσμευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →