Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδίστακτος

/aˈði.sta.ktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, που δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό Βικιλεξικό
    • Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

Ετυμολογία

αδίστακτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδίστακτος (αναμφίβολος) < ἀ- (α- στερητικό) + αρχαία ελληνική διστάζω, θέμα διστακ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδίστακτοςαδίστακτηαδίστακτο
Γενικήαδίστακτουαδίστακτηςαδίστακτου
Αιτιατικήαδίστακτοαδίστακτηαδίστακτο
Κλητικήαδίστακτεαδίστακτηαδίστακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδίστακτοιαδίστακτεςαδίστακτα
Γενικήαδίστακτωναδίστακτωναδίστακτων
Αιτιατικήαδίστακτουςαδίστακτεςαδίστακτα
Κλητικήαδίστακτοιαδίστακτεςαδίστακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →