αδειάζω
•
- μεταβατικόαφαιρώ από κάτι το περιεχόμενό του, το αφήνω άδειο Βικιλεξικό
- αμετάβατοαπομένω άδειος Βικιλεξικό
- πότε πρόλαβε και άδειασε η αίθουσα;
- μεταφορικά, (αργκό) αίρω τη στήριξη ή δε στηρίζω εξ αρχής Βικιλεξικό
- κατακρίνω, επικρίνω, μέμφομαι, κατηγορώ
- (σπάνια και παθητικό)
- μεταφορικά, (αργκό) έχω διαθέσιμο χρόνο για να κάνω κάτι Βικιλεξικό
- πότε αδειάζεις για να συζητήσουμε κάτι που θέλω;
Ετυμολογία
αδειάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀδειάζω < αρχαία ελληνική ἄδει(α) + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδειάζω | αδειάζεις | αδειάζει | αδειάζουμε | αδειάζετε | αδειάζουν / αδειάζουνε |
| Παρατατικός | άδειαζα | άδειαζες | άδειαζε | αδειάζαμε | αδειάζατε | άδειαζαν / αδειάζαν / αδειάζανε |
| Αόριστος | άδειασα | άδειασες | άδειασε | αδειάσαμε | αδειάσατε | άδειασαν / αδειάσαν / αδειάσανε |
| Μέλλοντας | θα αδειάζω / θα αδειάσω | θα αδειάζεις / θα αδειάσεις | θα αδειάζει / θα αδειάσει | θα αδειάζουμε / θα αδειάσουμε | θα αδειάζετε / θα αδειάσετε | θα αδειάζουν / θα αδειάζουνε / θα αδειάσουν / θα αδειάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αδειάσει | έχεις αδειάσει | έχει αδειάσει | έχουμε αδειάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδειάσει | είχες αδειάσει | είχε αδειάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδειάσει / να αδειάζω / να αδειάσω | να έχεις αδειάσει / να αδειάζεις / να αδειάσεις | να έχει αδειάσει / να αδειάζει / να αδειάσει | να έχουμε αδειάσει / να αδειάζουμε / να αδειάσουμε | να αδειάζετε / να αδειάσετε | να αδειάζουν / να αδειάζουνε / να αδειάσουν / να αδειάσουνε |
| Προστακτική | — | άδειαζε / άδειασε | — | — | αδειάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αδειάστηκααδειάζομαιαδειάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →