απομακρύνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος απομακρύνω Βικιλεξικό
- πάω κάπου (πιο) μακριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομακρύνομαι: παθητική φωνή του ρήματος απομακρύνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομακρύνομαι | απομακρύνεσαι | απομακρύνεται | απομακρυνόμαστε | απομακρύνεστε | απομακρύνονται |
| Παρατατικός | απομακρυνόμουν / απομακρυνόμουνα | απομακρυνόσουν / απομακρυνόσουνα | απομακρυνόταν / απομακρυνότανε | απομακρυνόμασταν / απομακρυνόμαστε | απομακρυνόσασταν / απομακρυνόσαστε | απομακρυνόντουσαν / απομακρύνονταν |
| Αόριστος | απομακρύνθηκα | απομακρύνθηκες | απομακρύνθηκε | απομακρυνθήκαμε | απομακρυνθήκατε | απομακρυνθήκαν / απομακρυνθήκανε / απομακρύνθηκαν |
| Μέλλοντας | θα απομακρυνθώ / θα απομακρύνομαι | θα απομακρυνθείς / θα απομακρύνεσαι | θα απομακρυνθεί / θα απομακρύνεται | θα απομακρυνθούμε / θα απομακρυνόμαστε | θα απομακρυνθείτε / θα απομακρύνεστε | θα απομακρυνθούν / θα απομακρυνθούνε / θα απομακρύνονται |
| Παρακείμενος | έχω απομακρυνθεί | έχεις απομακρυνθεί | έχει απομακρυνθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομακρυνθεί | είχες απομακρυνθεί | είχε απομακρυνθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απομακρυνθεί / να απομακρυνθώ / να απομακρύνομαι | να έχεις απομακρυνθεί / να απομακρυνθείς / να απομακρύνεσαι | να έχει απομακρυνθεί / να απομακρυνθεί / να απομακρύνεται | να απομακρυνθούμε / να απομακρυνόμαστε | να απομακρυνθείτε / να απομακρύνεστε | να απομακρυνθούν / να απομακρυνθούνε / να απομακρύνονται |
| Προστακτική | — | απομακρύνου / απομακρύνσου | — | — | απομακρυνθείτε / απομακρύνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →