Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδελφοποίηση

/a.ðel.foˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εθιμική διαδικασία, που λαμβάνει χώρα σαν ιεροτελεστία, κατά την οποία δύο άτομα (ή ομάδες ατόμων), χωρίς εξ αίματος συγγένεια, δηλώνουν ότι αποκτούν αδελφικούς δεσμούς Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία με την οποία δύο οντότητες, π.χ. δύο πόλεις, αποκτούν μεταξύ τους έναν επίσημο δεσμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδελφοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδελφοποίη(σις) + -ση (-ποίηση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαδελφοποίησηαδελφοποιήσεις
Γενικήαδελφοποίησηςαδελφοποιήσεων
Αιτιατικήαδελφοποίησηαδελφοποιήσεις
Κλητικήαδελφοποίησηαδελφοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →