αδελφοποιτός
•
- ιστορίααυτός που έχει συνδεθεί με κάποιον άλλον με αδελφικούς δεσμούς (και έχει αναμίξει μαζί του συμβολικά το αίμα του) Βικιλεξικό
- ιστορίαπροσωνυμία που δινόταν στα μέλη του κατώτερου βαθμού (πρώτη τάξη) της Φιλικής Εταιρείας Βικιλεξικό
- Εκ του τρόπου που γινόταν η μύησις του αδελφοποιτού εξησφαλίζετο η Εταιρεία από τους κινδύνους της πιθανής προδοσίας. Διότι η αδελφοποίησις ήτο παλαιόν ελληνικόν έθιμον και, αν απεκαλύπτετο η μύησις εις την Εταιρείαν, ημπορούσε να δικαιολογηθή ότι επρόκειτο περί της παλαιάς εκείνης κοινωνικής συνηθείας, που την εσέβοντο και οι Τούρκοι.
- παρωχημένοπολύ στενός, αδελφικός φίλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδελφοποιτός < μεσαιωνική ελληνική ἀδελφοποιητός < αρχαία ελληνική ἀδελφός + ποιέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδελφοποιτός | αδελφοποιτοί |
| Γενική | αδελφοποιτού | αδελφοποιτών |
| Αιτιατική | αδελφοποιτό | αδελφοποιτούς |
| Κλητική | αδελφοποιτέ | αδελφοποιτοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →