αδιαίρετο
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος (ή κάτι) αδιαίρετος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαίρετο < ουδέτερο του αδιαίρετος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαίρετο | αδιαίρετα |
| Γενική | αδιαίρετου / αδιαιρέτου | αδιαίρετων / αδιαιρέτων |
| Αιτιατική | αδιαίρετο | αδιαίρετα |
| Κλητική | αδιαίρετο | αδιαίρετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →