διαιρώ
•
- χωρίζω κάτι σε μέρη Βικιλεξικό
- μαθηματικάκάνω διαίρεση Βικιλεξικό
- εμβάλλω σε διχόνοια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαιρώ < αρχαία ελληνική διαιρέω / διαιρῶ < διά + αἱρέω / αἱρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαιρώ | διαιρείς | διαιρεί | διαιρούμε | διαιρείτε | διαιρούν / διαιρούνε |
| Παρατατικός | διαιρούσα | διαιρούσες | διαιρούσε | διαιρούσαμε | διαιρούσατε | διαιρούσαν / διαιρούσανε |
| Αόριστος | διαίρεσα | διαίρεσες | διαίρεσε | διαιρέσαμε | διαιρέσατε | διαίρεσαν / διαιρέσαν / διαιρέσανε |
| Μέλλοντας | θα διαιρέσω / θα διαιρώ | θα διαιρέσεις / θα διαιρείς | θα διαιρέσει / θα διαιρεί | θα διαιρέσουμε / θα διαιρούμε | θα διαιρέσετε / θα διαιρείτε | θα διαιρέσουν / θα διαιρέσουνε / θα διαιρούν / θα διαιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαιρέσει | έχεις διαιρέσει | έχει διαιρέσει | έχουμε διαιρέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαιρέσει | είχες διαιρέσει | είχε διαιρέσει | είχαμε διαιρέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαιρέσει / να διαιρέσω / να διαιρώ | να έχεις διαιρέσει / να διαιρέσεις / να διαιρείς | να έχει διαιρέσει / να διαιρέσει / να διαιρεί | να έχουμε διαιρέσει / να διαιρέσουμε / να διαιρούμε | να διαιρέσετε / να διαιρείτε | να διαιρέσουν / να διαιρέσουνε / να διαιρούν / να διαιρούνε |
| Προστακτική | — | έχε διαιρεμένο / διαίρει / διαίρεσε | — | — | διαιρέστε / διαιρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →